ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΠΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ

(Τρ. 29/9/15-16:35)

Πηγή ISKRA.GR

Του ΑΛΚΗ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ*

Όσο περνούν τα χρόνια από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης το 2007-8 στις ΗΠΑ, τόσο γίνεται κατανοητό ότι οι συνέπειές της συνεχίζουν να λαμβάνουν παγκόσμιες και βέβαια ευρωπαϊκές διαστάσεις. Υπό αυτό το πρίσμα, η Λαϊκή Ενότητα χρειάζεται το προσεχές διάστημα να αναπτύξει μια αμφίδρομη σχέση με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα έτσι ώστε να μπορεί να αναλύσει καλύτερα την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, με βάση την κατανόηση της διεθνούς πολιτικής σκηνής, και ταυτόχρονα να είναι σε θέση να τροφοδοτήσει ευκολότερα τα ευρωπαϊκά κόμματα και κινήματα με τις δικές τις εμπειρίες και επεξεργασίες.

Με αυτό το δεδομένο, το σχέδιο μας για την πολιτική και την οικονομία πρέπει να έχει σαφή ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Η ελληνική κρίση, οι αγώνες του ελληνικού λαού και η διαπραγματευτική αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ έχουν ανοίξει για τα καλά τη συζήτηση σε όλα τα κόμματα της Ευρώπης για το πως πορεύεται η γερμανοκρατούμενη ήπειρος. Ιδιαίτερα στο εσωτερικό των αριστερών κόμματων, από την Πορτογαλία μέχρι την Ιρλανδία και από τη Γαλλία μέχρι τη Γερμανία, η συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ έχει προκαλέσει προβληματισμό αλλά και ευρύτερη συζήτηση για τη δημιουργία εναλλακτικών προοπτικών. Η Λαϊκή Ενότητα όχι μόνο οφείλει να παρακολουθεί αυτές τις εξελίξεις αλλά και να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωσή τους.

Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι θα επαναφέρουμε πολιτικές φαντασιώσεις τμημάτων της ελληνικής αριστεράς ότι η αλλαγή των συσχετισμών στην Ευρώπη, προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας, είναι περίπου θέμα χρόνου και ότι η ταξική πάλη είναι ενιαία και αδιαίρετη. Τουναντίον, οι πολιτικές αλλαγές όπως προκύπτει μέχρι σήμερα ξεκινούν από μία και μόνη χώρα. Για να ολοκληρωθούν ωστόσο είναι απαραίτητη η ευρωπαϊκή αλληλεπίδραση.

Στο πλαίσιο αυτό, θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε στο τραπέζι του αριστερού διαλόγου τον προταγματικό στόχο της «πολύπλευρης ρηγμάτωσης» της Ευρωπαικής Ένωσης και της σταδιακής αντικατάστασής της από μία καινούρια Ένωση των ευρωπαϊκών λαών με σαφή αντι-νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα. Και αν η γερμανική ή η ολλανδική αστική τάξη δεν έχουν κανένα λόγο να εγκαταλείψουν το κοινό νόμισμα και την Ε.Ε. αφού μια χαρά εξυπηρετούνται τα εμπορικά πλεονάσματα των χωρών τους, ο ελληνικός λαός και οι λαοί της ευρω-περιφέρειας έχουν κάθε λόγο να το επιζητούν.Τέτοιου είδους ανατροπές προφανώς δεν προκύπτουν απ’ τη μια μέρα στην άλλη ούτε και αποτελούν καμιά ιστορική νομοτέλεια, δεδομένης και της τεράστιας ισχύος του αντιπάλου, δεν κινούνται ωστόσο και στη σφαίρα της φαντασίας.

Εικόνες μιας τέτοιας ημιτελούς τακτικής είδαμε μέχρι το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου και από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ η οποία, ενώ σε καμία περίπτωση βέβαια δεν έθετε θέμα παραμονής της Ελλάδας στην Ε.Ε ούτε καν στην Ευρωζώνη, εν τούτοις αν έκανε δεκτή την επιθυμία του ελληνικού λαού να απορρίψει το τελεσίγραφο Κομισιόν-Βερολίνου και επέμενε στην άρνηση υπογραφής ενός νέου μνημονίου, τότε τα αποτελέσματα απο μία κατά μέτωπο σύγκρουση με τους δανειστές θα δημιουργούσαν καταιγιστικές εξελίξεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Αντ’ αυτού, η πλειοψηφία της κυβέρνησης επέλεξε τον κατευνασμό των Ευρωπαίων και την υπογραφή μιας νέας αβάσταχτης συμφωνίας η οποία είχε ως άμεση συνέπεια, εκτός των άλλων, τη δημοσκοπική καθίζηση των Ποδέμος στην Ισπανία.

Η Λαϊκή Ενότητα, που ενώ έγκαιρα είχε επισημάνει ότι το αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις αργά ή γρήγορα θα ερχόταν και της οποίας η ανάλυση δικαιώθηκε στον μέγιστο βαθμό, δεν κατάφερε να πετύχει εκλογικά, για λόγους που δεν θα συζητηθούν εδώ. Άν όμως θέλει να αποκτήσει την πολιτική ηγεμονία στο μέλλον, είτε ως αυτόνομος πολιτικός φορέας είτε ως βάση στην οποία θα χτιστεί το πολιτικό «OXI», πρέπει να είναι ξεκάθαρη απέναντι στον ελληνικό λαό. Να του πει δηλαδή ότι Ευρωπαϊκή Ένωση και Ευρωζώνη σημαίνουν μνημόνια, φτώχεια και εξαθλίωση για τις επόμενες δεκαετίες.

Με βάση τη θέση της «πολύπλευρης ρηγμάτωσης» μπορεί να προκύψει για μια αριστερή κυβέρνηση και η διαδικασία εξόδου από την Ευρωζώνη παράλληλα με την έξοδο απ’ την Ένωση. Δεν χωράει αμφιβολία ότι η παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και όχι στην Ευρωζώνη ακολουθώντας ένα αριστερό πρόγραμμα είναι όχι μόνο ανέφικτη αλλά και επιζήμια. Είναι αυτονόητο ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, στηριγμένοι στις ευρωπαικές συνθήκες και την ακραία νεοφιλελεύθερη στάση τους, θα αντιδράσουν ολοκληρωτικά και αστραπιαία στην προσπάθεια εφαρμογής βασικών θέσεων μιας κυβέρνησης της ριζοσπαστικής αριστεράς όπως η στάση πληρωμών στο χρέος, η κατάργηση των μνημονίων και η εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την άμεση ανάγκη εξόδου και από την Ε.Ε.

Από την άλλη, η αποχώρηση από τη ζώνη του Ευρώ χωρίς την αντίστοιχη από την Ε.Ε στην πραγματικότητα δεν θα έλυνε το πρόβλημα της έλλειψης δημοσιονομικής αυτονομίας της χώρας μιας και όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε είναι δεσμευμένα από συνθήκες και κανονισμούς (π.χ Συνθήκη της Λισαβόνας) να συναινούν στο νεοφιλελεύθερο δόγμα και τη δημοσιονομική πειθαρχία.

Αν όλα αυτά μοιάζουν λίγο πρόωρα και θεωρητικά είναι ωστόσο θέματα ζωτικής σημασίας και χρειάζεται να ληφθούν υπόψη στο διάλογο που θα ξεκινήσει στους κόλπους της Λαϊκής Ενότητας. Μαζί με όλα εκείνα που ο νέος φορέας έχει να επιλύσει, όπως την ιδεολογική του ταυτότητα, τα φυσιογνωμικά του χαρακτηριστικά, το πολιτικό του πρόγραμμα, τον επικοινωνιακό του λόγο, τα πεδία δράσης κοκ

Ασφαλώς τα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την Ευρώπη, πόσο δε με την παραμονή ή όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελούν μέχρι σήμερα, σε συμβολικό και συναισθηματικό επίπεδο, ένα είδος πολιτικού ταμπού ακόμα και για τους ανθρώπους στη χώρα μας που πλήττονται περισσότερο από τις πολιτικές της. Είναι όμως οι ίδιοι άνθρωποι που ξεπέρασαν τον φόβο και ψήφισαν μαζικά ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, αν και γνώριζαν καλά ότι η πράξη αυτή μπορεί να οδηγήσει σ’έναν «ολοκληρωτικό πόλεμο» με τους δανειστές.

Στην πρώτη της απόπειρα στις εκλογές η Λαϊκή Ενότητα δεν τους έπεισε γιατί ο αγώνας για την υπεράσπιση του ΟΧΙ έπρεπε να συνεχιστεί. Στο χέρι της είναι να αποδείξει αν μπορεί να το κάνει από εδώ και πέρα.Η προοπτική μιας άλλης ευρωπαϊκής ενοποίησης, αν επεξεργαστεί και επικοινωνηθεί σωστά, μπορεί να είναι ένα, όχι βέβαια το μοναδικό, από τα κλειδιά που θα ξεκλειδώσει την επιφύλαξη των υποτελών τάξεων προς τη ΛΑΕ οι οποίες δεν έχουν να ελπίζουν και πολλά από τη σημερινή Ε.Ε.

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015